Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

Ο μικρος ηρωας και οι ρακες


Ο μικρός μας ήρωας γυρίζει σπίτι του , άλλη μια μέρα στην δουλεία έχει τελειώσει. Πηγαίνει σιγά σιγά με την αγαπημένη του μηχανή, δεν βιάζετε, εξάλλου όλη την μέρα τρέχει σαν τον τρελό, ειδικά τώρα με την ύφεση που επικρατεί στην αγορά δεν κάθετε καθόλου «πήγαινε να πάρεις την επιταγή» «τρέχα στην τράπεζα» «Πάρε τον τάδε πελάτη τηλέφωνο και προσπάθησε να τον πείσεις» και ένα σορό άλλες μαλακίες, αλλά τώρα δεν τον ενδιαφέρουν όλα αυτά, περισσότερο νοιάζεται τι θα φάει τώρα που γυρνάει σπίτι , όλη μέρα στην δουλεία, δεν μαγειρεύουν και τα τσικάλια μόνα τους.

Καθώς πλησιάζει σπίτι του μια γλυκιά μελωδία γαργαλάει τα αυτιά του, ένα γλυκό συνοθύλευμα κιθάρας, μαντολίνου, λαούτου και φωνών , κοιτάζει δεξιά αριστερά μα τίποτα δεν φαίνετε, όσο πλησιάζει στο σπίτι του τόσο δυναμώνει ο ήχος , «από που έρχεται?» αναρωτιέται. Παρκάρει την μηχανή του και τότε πλέων καταλαβαίνει, ο γείτονας του ο κ. Γιώργος βγάζει την Ρακί, το ρακοκάζανο που λέμε, το είχε ξεχάσει τέλειος , «πως περνάει έτσι ο καιρός» αναρωτιέται , ποτέ πέρασε το καλοκαίρι, ποτέ ο τρύγος και τώρα αυτήν την περίοδο βγάζουνε οι μερακλήδες την ρακί τους στην Κρήτη. Πίσω από το σπίτι του Κ. Γιώργου έχουν στήσει πανηγύρι όμορφα τραγούδια και γέλια ,τι ωραίο συναίσθημα, είχε ν’ ακούσει πολύ καιρό έναν άνθρωπο να γέλα, όλοι γκρινιάζανε δίπλα του. Καθώς πάει ν’ ανοίξει την πόρτα ακούει μια γυναικεία γλυκιά φωνή να λέει το όνομα του, γυρνά και βλέπει πίσω του την γυναίκα του κ. Γιώργου «τώρα σχόλασες?» «Ναι» απαντάει εκείνος «Έχεις τίποτα να κανείς?» πάντοτε διακριτική η κύρια Μαρία σκέφτεται «Όχι» «Ε, τότε έλα στην παρέα μας βγάζουμε την ρακί σήμερα» χωρίς δεύτερη σκέψη και αφού δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει «εντάξει δυο λεπτά να αφήσω την τσάντα μου» απαντά γεμάτος ενθουσιασμό .

Καθώς πλησιάζει στην αυλή του γείτονα βλέπει τους οργανοπαίχτες και μια παρέα από 3 άτομα να κάνουν εβίβα όλοι μαζί, μολις καταλαβαίνουν την παρουσία του φωνάζουν «καλός το νε , κάτσε , πάρε μεζέ ποτήρι και κάτσε» το τραπέζι είχε όλα τα καλά ελιές, ντάκο με ντομάτα , πατάτες στην θράκα , σαρδέλες, φάβα και μια μεγάλη γαβάθα φασολάδα.

Δεν προλαβαίνει να κάτσει και το ποτήρι του γέμισε με ζεστή ρακί «δοκίμασε … θέλω την γνώμη σου και μην μου πεις ψώματα ε?» πίνει μια γουλιά και μια μικρή γλυκιά φλόγα αργοκατεβαίνει τον λαιμό του και ύστερα σιγοσβήνει στο στομάχι του «Καταπληκτική κ.Γιωργο και ευκολοπιότη» γελάσανε και τα μουστάκια του κ.Γιωργη «ναι αλλά όχι μόνο ρακί φάε και πράμα» δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα , εξάλλου όλη μέρα ήταν με μια μπουγάτσα και τρεις καφέδες.

Λίγο η μουσική, λίγο το φαγητό ξεχάστηκε, τα αστεία οι πλάκες το ένα μετά το άλλο. Κάποια στιγμή σταματάνε το τραγούδι οι οργανοπαίχτες, έτσι για να ξαποστάσουνε και να τσιμπήσουν κάτι «και πως πάνε οι δουλείες?» ρωτάει ο μικρός μας ήρωας τον κ.Γιωργο, γυρίζει τον κοιτάζει μ’ένα βλέμμα χαράς και του απαντά «όπως πηγαίνανε πάντα κούτσα, κούτσα, αλλά δόξα τον θεό» σηκώνετε όρθιος δείχνει την παρέα και ολοκληρώνει «καλά την βγάζουμε μέχρι τώρα» Γέλια και ένα μεγάλο χαμόγελο αμηχανίας έχει αγκαλιάσει το πρόσωπο του μικρού μας ήρωα, μπροστά του , μετά από πολύ καιρό έβλεπε έναν άνθρωπο ευτυχισμένο…..

Δεν υπάρχουν σχόλια: